αρματολίκι

αρματολίκι
το ист.
1) должность арматола; 2) область, доверенная арматолу (см. αρματολός)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αρματολίκι" в других словарях:

  • αρματολίκι — το ιού, το αξίωμα των αρματολών και η περιοχή που αυτοί φύλαγαν: Ζητούσε να του δοθεί το αρματολίκι της Ρούμελης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρματολίκι — το 1. περιφέρεια που υπάγεται στη δικαιοδοσία του αρματολού 2. το αξίωμα του αρματολού 3. (περιλπτ.) οι αρματολοί. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρματολός*] …   Dictionary of Greek

  • Κοντογιάννης — Επώνυμο οικογένειας εθνικών αγωνιστών. Η καταγωγή τους ήταν αρβανιτοβλαχική, αλλά η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στον Βάλτο της Ακαρνανίας και εξελληνίστηκε. 1. Βαγγέλης (1800 – 1875). Γιος του Μήτζιου Κ. (βλ. 5.). Ως οπλαρχηγός έλαβε μέρος σε… …   Dictionary of Greek

  • Μπουκουβάλας — I Επώνυμο οικογένειας αρματολών των Αγράφων, η οποία καταγόταν από το χωριό Σακαρέτσι του Βάλτου. 1. Γιάννος (1715 1780). Ήταν πρωτοπαλίκαρο του Δήμου Σταθά, ο οποίος διακρίθηκε ως κλέφτης. Το 1767 νίκησε τον παππού του Aλή πασά Μέτζο ή Μούρτο… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Ζιάκας — Επώνυμο οικογένειας εθνικών αγωνιστών, από την Τίστη των Γρεβενών. 1. Γερο Ζ. (18ος αι.). Έδρασε στη δυτική Μακεδονία. Τα δημοτικά τραγούδια και η παράδοση αναφέρουν ότι ήρθε σε σύγκρουση με τους δερβεναγάδες και μάλιστα με τον Αλή πασά τον… …   Dictionary of Greek

  • γρίβας — I Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Γεώργιος. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Αγωνίστηκε υπό τις διαταγές του Μακρυγιάννη και διακρίθηκε στις μάχες του Μαραθώνα, του Ωρωπού και της Αθήνας. 2. Δημήτριος. Ιερέας και Φιλικός. Μαζί με τον επίσκοπο Μεθώνης… …   Dictionary of Greek

  • Μπασδέκης — Επώνυμο οικογένειας αρματολών από το Πήλιο. 1. Αστέρης ή Αστέριος. Ήταν πρωτοπαλίκαρο του πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου και πήρε μέρος στους αγώνες κατά του Αλή πασά. Του είχε δοθεί το αρματολίκι του Πηλίου. 2. Θανάσης. Διαδέχτηκε τον Αστέρη στο… …   Dictionary of Greek

  • Πιερίας, νομός — Διοικητική διαίρεση της κεντρικής Μακεδονίας, αντίστοιχη περίπου προς την αρχαία Πιερία (ένα τμήμα της τελευταίας, ανατολικά του Αλιάκμονα, ανήκει στο νομό Ημαθίας). Στα Β ο νομός Π. συνορεύει με το νομό Ημαθίας, στα Δ με τους νομούς Ημαθίας και… …   Dictionary of Greek

  • Φαρμάκης, Ιωάννης — (Μπλάτσι, Δυτική Μακεδονία 1772 – Κωνσταντινούπολη 1821). Φιλικός και οπλαρχηγός. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του κατείχε το αρματολίκι της περιοχής και από την οικογένειά του (των Χατζή Φαρμάκηδων) προέρχονταν οι δημογέροντες του χωριού. Μετά την… …   Dictionary of Greek

  • Armatoloi — (pronounced ar ma to LEE ), (Greek plural Αρματολοί; singular Armatolos Αρματολός; also called Armatoles in English) were Greek Christian irregular soldiers, or militia, commissioned by the Ottomans to enforce the Sultan s authority within an… …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»